Antimicrobial prophylaxis is recommended for the prevention of urinary tract infections (UTI) in high-risk children. However, there is growing concern about the use of β-lactams as prophylaxis and subsequent development of antibiotic resistance.
We report two cases of renal abscess due to Pseudomonas aeruginosa in previously healthy children. The first patient was a nine-year old girl with a three-week history of intermittent fever and the second was a three-year old boy with a four-day history of fever. Pseudomonas aeruginosa was isolated from the urine cultures of both children. In both cases ultrasound and CT/MRI scans revealed the formation of a renal abscess. The patients were successfully treated with administration of antipseudomonal drugs for seven and five weeks, respectively. In both children no surgical intervention was required and the follow-up revealed no impact on the overall renal function or arterial pressure.
Εισαγωγή : Οι ευρέως φάσματος β-λακταμάσες (ESBL) είναι ένζυμα που διασπούν τις πενικιλλίνες, τις κεφαλοσπορίνες α΄, β΄ και γ΄ γενιάς και την αζτρεονάμη. Κωδικοποιούνται από πλασμίδια ή από το χρωματόσωμμα μικροοργανισμών, κυρίως εντεροβακτηριοειδών. Από τη δεκαετία του 1980, οπότε και ανακαλύφθηκε η πρώτη ευρέως φάσματος β-λακταμάση, τα ένζυμα αυτά έχουν εξαπλωθεί σε πολλά είδη μικροοργανισμών και σε όλες τις ηλικιακές ομάδες παγκοσμίως προκαλώντας πληθώρα λοιμώξεων. Οι λοιμώξεις από μικρόβια που φέρουν ESBL είναι δύσκολο να θεραπευτούν καθώς τα μικρόβια αυτά είναι ανθεκτικά στα αντιμικροβιακά φάρμακα που χρησιμοποιούνται συνήθως εμπειρικά. Πολλές βιβλιογραφικές αναφορές υποστηρίζουν ότι οι λοιμώξεις από μικρόβια που φέρουν ESBL έχουν χειρότερη πρόγνωση σε σχέση με λοιμώξεις από ευαίσθητα μικρόβια. Σκοπός : Η διερεύνηση της φυσικής πορείας των ουρολοιμώξεων από μικρόβια που φέρουν ESBL σε πειραματικό μοντέλο ανιούσας ουρολοίμωξης σε ποντίκια του τύπου BALB/c. Οι παράμετροι που μελετήθηκαν ήταν το μικροβιακό νεφρικό φορτίο, η ιστολογική εικόνα των νεφρών, η νεφρική συγκέντρωση IL-6, και τέλος η ανοσοϊστοχημική εντόπιση κυττάρων που εκφράζουν IL-6 σε τομές νεφρικού ιστού. Οι ανωτέρω παράμετροι μελετήθηκαν χωρίς τη χορήγηση αντιβιοτικού και έπειτα από τη χορήγηση κεφτριαξόνης. Υλικά μέθοδοι : Πενήντα μl διαλύματος που περιείχε 2 x109 Ε. coli χορηγήθηκαν έπειτα από καταστολή στην ουροδόχο κύστη θηλυκών ποντικών τύπου BALB/c. Στη συνέχεια προκαλούνταν παροδική απόφραξη διάρκειας 6 ωρών. Μία, δυο, και έξι ημέρες αργότερα τα πειραματόζωα θυσιάζονταν και οι νεφροί τους αφαιρούνταν υπό άσηπτες συνθήκες για μικροβιολογική, ιστολογική, ανοσολογική και ανοσοϊστοχημική ανάλυση. Τα πειραματόζωα μολύνθηκαν με ευαίσθητα στελέχη E. coli και με στελέχη E. coli που έφεραν ESBL. Όλα τα στελέχη που χρησιμοποιήθηκαν ήταν κλινικά δείγματα προερχόμενα από ασθενείς με εμπύρετη ουρολοίμωξη. Στον πρώτο κύκλο της μελέτης δεν χορηγήθηκαν αντιβιοτικά, ενώ στο δεύτερο κύκλο της μελέτης σε όλα τα πειραματόζωα χορηγήθηκαν 2,5 mg κεφτριαξόνης ανά 12ωρο, μέχρι το τέλος της μελέτης. Αποτελέσματα : Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στο νεφρικό μικροβιακό φορτίο μεταξύ ESBL και non-ESBL στελεχών κατά τη διάρκεια της ανιούσας πειραματικής ουρολοίμωξης, είτε χορηγήθηκε κεφτριαξόνη, είτε δε χορηγήθηκε αντιβιοτικό. Η χορήγηση κεφτριαξόνης προκάλεσε μηδενισμό του νεφρικού μικροβιακού φορτίου την 6η ημέρα του πειράματος, τόσο στα πειραματόζωα που μολύνθηκαν από μικρόβια που φέρουν ESBL στελέχη, όσο και σε αυτά που μολύνθηκαν από ευαίσθητα στελέχη. Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στη νεφρική συγκέντρωση IL-6 μεταξύ των πειραματοζώων που μολύνθηκαν με ESBL και non-ESBL στελέχη καθ΄ όλη τη διάρκεια του πειράματος, είτε χορηγήθηκε κεφτριαξόνη, είτε δεν χορηγήθηκε αντιβιοτικό. Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στις νεφρικές ιστολογικές βλάβες μεταξύ των πειραματοζώων που μολύνθηκαν με ESBL και non-ESBL στελέχη και δεν έλαβαν αντιβιοτικό καθ΄ όλη τη διάρκεια του πειράματος. Μεταξύ των πειραματοζώων που έλαβαν κεφτριαξόνη, οι ιστολογικές βλάβες ήταν σημαντικά μικρότερες στα πειραματόζωα που μολύνθηκαν από ευαίσθητα στελέχη σε σχέση με αυτά που μολύνθηκαν από μικρόβια που έφεραν ESBL την 6η ημέρα χορήγησης κεφτριαξόνης. Συμπεράσματα : Τα στελέχη που φέρουν ESBL δεν είναι περισσότερο λοιμογόνα από τα ευαίσθητα στελέχη όσον αφορά το νεφρικό μικροβιακό φορτίο, τη νεφρική συγκέντρωση IL-6 ή τις νεφρικές ιστολογικές βλάβες κατά τη διάρκεια της πειραματικής ανιούσας ουρολοίμωξης. Παρά την επιτυχή μικροβιακή ανταπόκριση των ουρολοιμώξεων από ESBL στελέχη στην κεφτριαξόνη, οι ιστολογικές βλάβες που προκαλούνται είναι σημαντικά μεγαλύτερες σε σχέση με αυτές που παρατηρούνται σε ουρολοιμώξεις από ευαίσθητα στελέχη.
The outcome of patients with urinary tract infections caused by extended spectrum β-lactamases (ESBL)-producing bacteria (cases) was compared with that of matched controls with urinary tract infections caused by non-extended spectrum β-lactamases-producing isolates. Significantly, more case patients received inappropriate empiric therapy than controls. Nevertheless, clinical and microbiologic outcomes as well as formation of renal scars did not differ between the 2 groups.