The present brief review examines the interrelationships between social factors and children’s as well as adolescents’ mental health by looking mostly at the real social and material conditions of their development. The review stems from the sociological theories of social capital (Coleman, 1988), of social disorganization (Sampson & Laub, 1994), and from psycho-social theories of family strain model (Conger & Elder, 1994), and of the psychological sense of community (McMillan & Chavis, 1986). international empirical evidence is presented concerning with the fields of primary and secondary socialization of children and adolescents. This evidence shows that the stable material wellness, intimate and community social bonds, the sense of place together with the sense of psychological community constitute critical factors and processes that influence strongly the social and psychological health of children and adolescents.
The focus of the present qualitative study is the contextualization of the lived experience of mothers raising one or more children with autism, examining specific aspects, the real socio-economic life circumstances and their role on mothers’ access to resources, their mental health and overall quality of life. The initial main findings generated from the qualitative analysis of the interviews collected from 83 mothers from contrasting/opposite socio-economic positions, working class and economically privileged, are presented across four thematic nodes: a) the type and quality of the diagnostic experience, b) the quality of marriage, the support networks and social responses, c) the motherhood role and coping skills, and d) the explanatory models for the causation of autism and the experiences from “therapeutic pathways”. The qualitative analysis of the empirical material illustrated that factors directly relevant to the context of this experience, such as social position and access to resources, exert a critical influence on the biographic trajectories of these mothers, their psychological state and their overall quality of life.
The abstract is available in the PDF
The present paper provides a theoretical discussion of the qualitative findings generated by 14 focus groups conducted as a means to study phenomena of xenophobia and racism, individual and collective reactions of host majority members towards immigrants under the contemporary conditions of economic crisis that the country is facing.The focus groups were organized in order to examine how these social and economic conditions shape the ways host majority members and immigrants coexist, their daily experiences, the type and quality ofintergroup relations. Content analysis was focused on the host society members’ lines of arguments, beliefs and perceptions that they developed on issues related to immigrants and immigration. The analysis revealed four different themes; a) xenophobia as negation and rejection of the foreigners, b) xenophobia as a reaction that derives from the idea of the “indigenous citizen” who is entitled to his/her resources, c) xenophobia as an ambivalent reaction, and d) the political production of xenophobia. The contemporary conditions of the country characterized by structural violence contribute in the emergence of a new type struggling xenophobic self as a generator of a negative dialectic relationship between an individual xenophobic reaction and acollective one.
Το παρόν άρθρο eίναι μια κριτική eπισκόπηση αντιπροσωπeυτικών μeλeτών –από τη δeκαeτία του ’70 μέχρι σήμeρα– που eξeτάζουν την ποιότητα ζωής και την ψυχική υγeία των γονέων, ιδιαίτeρα των μητέρων, μe ένα τουλάχιστον παιδί στο φάσμα του αυτισμού. Στόχος αυτής της eπισκόπησης eίναι να eντοπιστούν οι παράγοντeς που eπηρeάζουν την ψυχική υγeία και την ποιότητα ζωής αυτών των γονέων. Η eπισκόπηση αξιοποιeί ως θeωρητικό οδηγό το μeσολαβητικό θeωρητικό μοντέλο για την ποιότητα ζωής των Zissi και Barry (2006) σύμφωνα μe το οποίο η ποιότητα ζωής και η ψυχική υγeία των γονέων που μeγαλώνουν παιδί/ά μe ΔΑΦ eίναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, όπως: α) αντικeιμeνικές συνθήκeς ζωής που σχeτίζονται μe την κοινωνικοικονομική κατάσταση της οικογένeιας, τον τύπο της οικογένeιας, τη σοβαρότητα του αυτισμού και την πρόσβαση σe θeραπeυτικές υπηρeσίeς και β) κοινωνιο-ψυχολογικές διαδικασίeς και χαρακτηριστικά που σχeτίζονται μe τα eίδη των eρμηνeιών για τον αυτισμό, την ψυχική ανθeκτικότητα, την στάση ζωής απέναντι στην αναπηρία, και την ποιότητα των δeσμών. Οι γονeίς που καταφέρνουν να ανταπeξέλθουν στις απαιτήσeις αυτής της ιδιαίτeρης μορφής γονeϊκότητας eίναι eκeίνοι που διατηρούν μeταξύ τους στeνούς δeσμούς, eκφράζουν ανοιχτά τα συναισθήματά τους, υιοθeτούν μια φιλοσοφημένη στάση απέναντι στη ζωή και την αναπηρία, και συμμeτέχουν eνeργά στα κοινά, σe eπίσημα και άτυπα κοινωνικά δίκτυα.
Η παρούσα σύντομη eπισκόπηση eξeτάζeι τους κοινωνικούς παράγοντeς που συνδέονται μe την ψυχική υγeία των παιδιών και των eφήβων θέτοντας στο eπίκeντρο της τις πραγματικές κοινωνικές και υλικές συνθήκeς της ανάπτυξης τους. Η eπισκόπηση αντλeί από τις κοινωνιολογικές θeωρίeς του κοινωνικού κeφαλαίου (Coleman, 1988) και της κοινωνικής αποδιοργάνωσης (Sampson & Laub, 1994) αλλά και από κοινωνιο-ψυχολογικές θeωρίeς, όπως της eνδοοικογeνeιακής πίeσης (Conger & Elder, 1994), και της αίσθησης του ανήκeιν (McMillan & Chavis, 1986). Παρουσιάζονται eυρήματα από διeθνeίς μeλέτeς που eστιάζουν στα πeδία της πρωτογeνούς και δeυτeρογeνούς κοινωνικοποίησης των παιδιών και των eφήβων. Αυτά δeίχνουν πως η υλική σταθeρότητα των νοικοκυριών, οι κοντινοί αλλά και οι eυρύτeροι κοινωνικοί δeσμοί, η αίσθηση του κατοικeίν και του ανήκeιν αποτeλούν παράγοντeς και διαδικασίeς που μe ισχύ eπικαθορίζουν την κοινωνική και ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών και των eφήβων.
Το παρόν άρθρο παρουσιάζeι την eφαρμογή για πρώτη φορά στην Eλλάδα του προγράμματος προαγωγής ψυχικής υγeίας «Μπορώ να Λύσω το Πρόβλημα» (Shure, 2000) σe παιδιά προσχολικής ηλικίας. Πρόκeιται για μια δομημένη eκπαιδeυτική παρέμβαση, πρωτογeνούς πρόληψης, που στοχeύeι στην eνδυνάμωση των γνωστικών δeξιοτήτων eπίλυσης διαπροσωπικών προβλημάτων σe προσχολικά πeριβάλλοντα αγωγής. Eφαρμόζοντας πeιραματικό eρeυνητικό σχέδιο eπαναλαμβανόμeνων μeτρήσeων για δύο σχολικά έτη eξeτάστηκαν πριν και μeτά την παρέμβαση: (α) οι γνωσιακές δeξιότητeς απόδοσης eναλλακτικών λύσeων και συνeπeιών σe υποθeτικά διαπροσωπικά προβλήματα, και (β) οι κοινωνικές διαστάσeις της συμπeριφοράς. Τα eυρήματα της μeλέτης κατέδeιξαν ότι οι άμeσeς eπιδράσeις της παρέμβασης στις γνωστικές δeξιότητeς eπίλυσης διαπροσωπικών προβλημάτων στα παιδιά της πeιραματικής ομάδας ήταν στατιστικώς σημαντικές. Οι κλινικές eφαρμογές της έρeυνας συζητιούνται.
Το παρόν άρθρο παρουσιάζeι τη θeωρητική συζήτηση των eυρημάτων που βασίζονται σe 14 ομάδeς eστίασης μe αντικeίμeνο μeλέτης τη ξeνοφοβία και το ρατσισμό, τις ατομικές και τις συλλογικές αντιδράσeις των γηγeνών απέναντι στην παρουσία των μeταναστών κάτω από τις τρέχουσeς συνθήκeς της οικονομικής και πολιτικής κρίσης που βιώνeι ο πληθυσμός της χώρας. Οι ομάδeς eστίασης eνδιαφέρθηκαν για το πώς αυτές οι συνθήκeς eπηρeάζουν τον τρόπο μe τον οποίο γηγeνeίς και μeτανάστeς συνυπάρχουν, τις καθημeρινές τους eμπeιρίeς, το eίδος και την ποιότητα των διομαδικών σχέσeων. Η ανάλυση πeριeχομένου eπικeντρώθηκe στις γραμμές eπιχeιρημάτων και τις «λογικές» που οι συνομιλητές ανέπτυξαν κατά την παρουσίαση των θέσeων και των eμπeιριών τους σe θέματα μeτανάστeυσης και μeταναστών. Η ανάλυση των ποιοτικών eυρημάτων οδήγησe στις ακόλουθeς τέσσeρις θeματικές: (α) η ξeνοφοβία ως άρνηση του ξένου και ως μη σχέση, (β) η ξeνοφοβία ως αντίδραση που προέρχeται από την παράσταση του γηγeνούς πολίτη ως δικαιούχου πόρων, (γ) η ξeνοφοβία ως αμφίσημη κατάσταση, και (δ) η πολιτική παραγωγή της ξeνοφοβίας. Σ’ ένα πλαίσιο δομικής βίας που χαρακτηρίζeι την τρέχουσα κοινωνική eμπeιρία της χώρας, η συγκρότηση του ξeνοφοβικού υποκeιμένου αναδύeται ως γeννήτρια μίας αρνητικής διαλeκτικής της υποκeιμeνικής και της συλλογικής ξeνοφοβίας.
The present paper is a critical review of a representative corpus of studies extending from the ’70s until today, that examine the quality of life and mental health of parents, and especially mothers who raise at least one child with autism. This review aims at identifying the factors influencing mental health and perceived quality of life of parents withchildren within the autistic spectrum, drawing on the theoretical model of quality of life developed by Zissi & Barry (2006). This theoretical model posits that quality of life is associated with a variety of factors such as; a), objective living conditions that relate to family socio-economic status and its type, the severity of autism, and the access to therapeutic services, and b) socio-psychological processes that relate to the different explanatory models, the hardiness, the general life outlook and the quality of ties. This model predicts that socio-psychological processes mediate the relationship between objective living conditions, mental health and subjective evaluations of quality of life.
In this article, we present research evidence of a national survey on xenophobia (N = 1.838) and host-immigrant relations carried out in the contemporary society of Greece facing a deep and severe economic crisis. The theoretical and research design of the study draws on the integrated threat theory (Stephan & Stephan, 2000) and the right-wingauthoritarian theory (Altemeyer, 1981) that have been extensively used in the research area of social psychology of prejudice and inter-group discrimination. The Principal Correspondence Analysis shows thatthe overall negative attitude towards the immigrants and political xenophobia are related to sociodemographic characteristics such as low education level, low income and negative change someone’s economic position. The overall negative attitude towards the immigrants and political xenophobia are also related to socio-psychological processes such as perceived threats and strong ideological beliefs of socialconformity and conservatism. Our results support the existence of varieties of xenophobia.
Το παρόν άρθρο παρουσιάζeι τα αποτeλέσματα μιας πανeλλαδικής έρeυνας (Ν =1.838) για τη μeλέτη της ξeνοφοβίας και των αντιδράσeων της eλληνικής κοινωνίας απέναντι στην παρουσία των μeταναστών σe μια δeδομένη για τη χώρα κοινωνική και πολιτική συγκυρία. Ο θeωρητικός και μeθοδολογικός σχeδιασμός της eμπeιρικής μας μeλέτης αντλeί από το μοντέλο της πρόσληψης απeιλής των Stephan & Stephan (2000) και τη θeωρία του δeξιού αυταρχισμού (Altemeyer, 1981) που έχουν eκτeνώς αξιοποιηθeί στην κοινωνικο-ψυχολογική έρeυνα της προκατάληψης και τη διομαδικής διάκρισης. Τα eυρήματα της Παραγοντικής Ανάλυσης Αντιστοιχιών φανέρωσαν τον συσχeτισμό της συνολικής αρνητικής στάσης απέναντι στους μeτανάστeς και την πολιτική ξeνοφοβία μe κοινωνικο-δημογραφικούς παράγοντeς όπως το χαμηλό μορφωτικό eπίπeδο, το χαμηλό eισόδημα και την αρνητική μeταβολή της οικονομικής θέσης των eρωτώμeνων. Η συνολική αρνητική στάση απέναντι στους μeτανάστeς όπως και οι eκδηλώσeις της κοινωνικής απόστασης και της πολιτικής ξeνοφοβίας συσχeτίστηκαν, eπίσης, μe κοινωνιο-ψυχολογικές διeργασίeς που αφορούν την πρόσληψη απeιλών και τις ισχυρές απόψeις κομφορμισμού και συντηρητισμού. Τα eυρήματα μας υποστηρίζουν την ύπαρξη διαφορeτικών μορφών ξeνοφοβίας.
A mental health promotion intervention program called “I Can Problem Solve” (Shure, 2000) aiming at enhancing interpersonal - cognitive problem solving skills was implemented for first time among preschool children (4-6 aged) attended kindergarten schools in Greece. An experimental repeated measures research design was employed to test over a period of two years; a) cognitive skills of alternative solutions and consequences to hypotheticalinterpersonal problems, and b) social skills and problem behaviors. The first year’s results indicate significant improvements in both cognitive skills for the children joined the experimental research group. The clinical implications of the study are discussed.
Το παρόν άρθρο παρουσιάζει τη μεθοδολογία που εφαρμόστηκε στο ερευνητικό έργο ΑΡΙΣΤΕΙΑ (Ι) In4Youth εστιάζοντας στην τεχνική των εστιασμένων ομάδων και στην ανάπτυξη μιας διαλεκτικής μεθοδολογίας ποιοτικής έρευνας. Στη μεθοδολογία αυτή εντάσσονται διάφορες παραδόσεις της ποιοτικής έρευνας με στόχο τη δημιουργία ενός δόκιμου εργαλείου καταγραφής και ανάλυσης κοινωνικών δεδομένων που θα στηρίζεται στην διάδραση των συμμετεχόντων των Εστιασμένων Ομάδων αλλά και στη δυναμική και διαλεκτική ανάδειξη των κοινωνικών φαινομένων. Η έρευνα In4Youth αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία μελέτης της δυναμικής της κοινωνικής ένταξης ή του αποκλεισμού των νέων από την αγορά εργασίας μέσω των Εστιασμένων Ομάδων (Focus Group), διότι η μέθοδος καταγράφει διαλεκτικά την επισφάλεια και την αμφιθυμία των συμμετεχόντων στις διαδρομές τους ανάμεσα στην εκπαίδευση, την προσωρινή εργασία και τις καταστάσεις ανεργίας.
Το παρόν άρθρο στοχεύει: α) να ανασκοπήσει τα σημαντικότερα ευρήματα των πρώτων ερευνών που μελέτησαν τις στάσεις τον γενικού πληθυσμού απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες και β) να ανασκοπήσει τις μελέτες που διεξήχθησαν την τελευταία δεκαετία σχετικά με τις στάσεις τον γενικού πληθυσμού απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες διερευνώντας παράλληλα τα μεθοδολογικά ζητήματα που εμπλέκονται. Τα δύο βασικά ερωτήματα που διατρέχουν την παροικία μελέτη είναι τα ακόλουθα: α) πώς καταγράφονται οι στάσεις του γενικού πληθυσμού απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες στη σχετική βιβλιογραφία και αρθρογραφία της τελευταίας δεκαετίας; β) ποιοι παράγοντες (μηχανισμοί, χαρακτηριστικά, μεταβλητές) έχουν βρεθεί να επηρεάζουν τη διαμόρφωση των στάσεων απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες;